κλεισούρα

κλεισούρα
I
Φαράγγι του νομού Αιτωλοακαρνανίας στο όρος Αράκυνθος (894 μ.), από το οποίο διέρχεται η οδός που οδηγεί από το Μεσολόγγι στο Αγρίνιο. Στη δυτική πλευρά του βρίσκεται η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, ενώ στην έξοδό του προς τις λίμνες Λυσιμαχία και Τριχωνίδα βρισκόταν η αρχαία αιτωλική πόλη Πυλήνη.
Άποψη του φαραγγιού της Κλεισούρας, στην Αιτωλοακαρνανία.
II
Ονομασία πέντε οικισμών.
1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 1.180 μ., 559 κάτ.) του νομού Καστοριάς. Βρίσκεται στο ανατολικό άκρο του νομού, στην είσοδο των ομώνυμων στενών, 34 χλμ. Α της Καστοριάς. Αποτελεί έδρα του ομώνυμου δήμου. Βλ. λ. Κλεισούρας, στενά.
2. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 520 μ., 150 κάτ.) στην πρώην επαρχία Ελασσόνος του νομού Λαρίσης. Βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του νομού, 81 χλμ. ΒΔ της πόλης της Λάρισας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ελασσόνος.
3. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 170 μ., 67 κάτ.) στην πρώην επαρχία Πυλίας του νομού Μεσσηνίας. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα του νομού, προς την ακτή του Μεσσηνιακού κόλπου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αιπείας.
4. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 200 μ., 133 κάτ.) του νομού Πρεβέζης. Βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα του νομού, 66 χλμ. ΒΑ της πόλης της Πρέβεζας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Φαναρίου.
5. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 60 μ., 252 κάτ.) του νομού Πρεβέζης. Βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του νομού, 49 χλμ. ΒΔ της πόλης της Πρέβεζας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Φιλιππιάδος.
III
Χωριό της Αλβανίας στην ομώνυμη στενωπό του βορειοηπειρωτικού χώρου. Πρόκειται για φυσική οχυρή θέση, που ενισχύθηκε από πρόσθετα οχυρωματικά έργα, τα οποία πραγματοποιήθηκαν ενόψει πολεμικών επιχειρήσεων. Η Κ. βρίσκεται στην κοιλάδα του Αώου ποταμού, στην περιοχή όπου επικρατεί στα βόρεια ο ορεινός όγκος της Τρεμπεσίνας (1.923 μ.) και στα ανατολικά η κορυφογραμμή Μάλι-Τσάριτσα (1.237 μ.).
Ιστορία. Η περιοχή της Κ. έγινε πεδίο μαχών κατά τη διάρκεια των Ελληνοτουρκικών και των Ελληνοϊταλικών πολέμων. Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1913 η 3η μεραρχία του ελληνικού στρατού έλαβε την εντολή να επιτεθεί εναντίον των Τούρκων, που κατείχαν την περιοχή. Έπειτα από σκληρή μάχη, τα εχθρικά στρατεύματα αναγκάστηκαν να λύσουν την άμυνα και να προχωρήσουν από τα Ιωάννινα προς την Αλβανία για να διαφύγουν την αιχμαλωσία. Μετά τη σημαντική αυτή νίκη των Ελλήνων, έως τον Απρίλιο ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Βόρειας Ηπείρου, από την Κορυτσά έως το Ιόνιο πέλαγος.
Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, εξάλλου, στη στενωπό της Κ. διεξήχθη σκληρή μάχη (8-10 Ιανουαρίου 1941), με σκοπό την απώθηση των ιταλικών στρατιωτικών μονάδων από εκεί και τη διάνοιξη του δρόμου προς το Τεπελένι και το Βεράτι. Υπό τους αδιάκοπους βομβαρδισμούς της ιταλικής αεροπορίας και του πυροβολικού, ο ελληνικός στρατός κατέλαβε το χωριό Τοποζιάν και τα υψώματα Μάλι-Φλίρος και Μάλι-Ταρόνιν. Το πρωί της τελευταίας ημέρας ο ελληνικός στρατός, έχοντας συμπληρώσει την κατάληψη της στενωπού, εισέβαλε στο χωριό.
* * *
η (AM κλεισούρα)
στενή διάβαση μεταξύ δύο βουνών ή μεταξύ δύσβατων τόπων, κλεισώρεια*, δερβένι
νεοελλ.
1. δυσοσμία χώρου, το να είναι ένας χώρος κλειστός και να μην αερίζεται («το σπίτι μυρίζει κλεισούρα»)
2. συνεχές κλείσιμο, συνεχής παραμονή μέσα στο σπίτι («δεν αντέχω πια την κλεισούρα»)
μσν.
1. οχύρωμα ή φρούριο κτισμένο κοντά σε στενή διάβαση
2. (στο Βυζ.) μικρή διοικητική περιφέρεια που περιλάμβανε 5-8 μικρότερες διοικητικές περιφέρειες, οι οποίες ονομάζονταν τοποτηρησίες ή βάνδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. clausura κατά παρετυμολογική σύνδεση με το θ. κλεισ- τού κλείνω (πρβλ. αόρ. -κλεισ-α) ή κλεισούρα ως μεταφραδάνειο (απόδοση τού λατ. clausura στην ελλ.)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • κλεισούρα — κλεισούρᾱ , κλεισούρα narrow pass fem nom/voc/acc dual κλεισούρᾱ , κλεισούρα narrow pass fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλεισούρᾳ — κλεισούρᾱͅ , κλεισούρα narrow pass fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλεισούρα — η 1. στενή διάβαση μεταξύ δύο βουνών ή δύσβατων τόπων: Ο Καραϊσκάκης φύλαγε με στρατό τις κλεισούρες. 2. η συνεχής παραμονή μέσα στο σπίτι: Δεν την αντέχει την κλεισούρα και θέλει να βγει έξω να ξεσκάσει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κλεισούρας — κλεισούρᾱς , κλεισούρα narrow pass fem acc pl κλεισούρᾱς , κλεισούρα narrow pass fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλεισούραν — κλεισούρᾱν , κλεισούρα narrow pass fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δάβαρης, Δημήτριος — (Κλεισούρα Μακεδονίας 1757 – Βιέννη 1823). Λόγιος και παιδαγωγός. Σε πολύ μικρή ηλικία ακολούθησε τον πατέρα του που ήταν έμπορος στην Ουγγαρία. Σπούδασε στην ελληνική σχολή του Βουκουρεστίου και στα γερμανικά πανεπιστήμια της Λειψίας και του… …   Dictionary of Greek

  • κλεισουρῶν — κλεισούρα narrow pass fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλεισούραις — κλεισούρα narrow pass fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλεισουροειδώς — κλεισουροειδῶς (Μ) [κλεισούρα] σαν κλεισούρα, όμοια με κλεισούρα …   Dictionary of Greek

  • Αϊσέ — I (1694 – 1733). Κιρκάσια πριγκίπισσα. Αιχμαλωτίστηκε σε παιδική ηλικία από τους Τούρκους σε επιδρομή εναντίον της πατρίδας της και πουλήθηκε στα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης. Αγοράστηκε προς 1.500 φράγκα της εποχής από τον κόμη Ντε Φεριόλ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”